λυπητικός
λυπητικός, feeling pain
λῡπ-ητικός, ή, όν,
- feeling pain, ἐπί τινι Arist. MM 1192b22.
- II τὸ λ. the capacity for feeling pain, Plu. QConv. 2.657a.
λῡπητικός -ή -όν [λύπη ] that feels pain Aristot. E.M. 1192b 22; τὸ λ. sensitivity to pain Plut. QConv. 657a.
λυπητικός, ή, όν [ῡ] c. le préc. Plut. M. 657a.
λυπητικός, [ῡ], betrübend, Sp.; τὸ λ. = λύπη, Plut. Symp. 3.8.2.