μερίμνημα
μερίμνημα, anxiety
μερίμν-ημα, Dor. μερίμν-ᾱμα, ατος, τό,
- anxiety, in pl., Pi. Fr. 277, 278, S. Ph. 186 (lyr.).
μερίμνημα, ατος (τὸ) soin, souci, inquiétude, Pd. fr. 277, 278 Bgk ; Soph. Ph. 187 ||
➳ Dor. μερίμναμα [νᾱ] Pd. l. c.
Étym. μεριμνάω.
μερίμνημα, τό, Sorge, Besorgnis ; ἀλεγεινά, Pind. frg. 245 ; ἀνήκεστα μεριμνήματʼ ἔχων βάρη, Soph. Phil. 187.
For Pindar, see also: μερίμναμα
μερίμνημα
from μεριμνάω
μερίμνημα, ατος, τό,
- anxiety, Soph.