μεταφύομαι
μεταφύομαι, become by change
μεταφύομαι, Med., c. aor. 2 Act. -έφῡν: pf. πέφῡκα:—
- become by change, ἀλλοῖοι μετέφυν Emp. 108.1, cf. Hierocl. in CA 20 p.462 M.; ἀνδρῶν ὅσοι δειλοὶ [ἦσαν] γυναῖκες μετεφύοντο ἐν τῇ δευτέρα γενέσει Pl. Ti. 90e; Εὔφορβος γεγονέναι μεταφῦναί τε Ἴων ἐκ Τρωός Philostr. Her. 17.
- 2 grow after, οἱ μεταφύντες (sc. ὀδόντες) Hp. Carn. 12 (-φύοντες codd., v.l. -φυέοντες, fort. -φυέντες).
μετα·φύομαι (ao. 2 μετέφυν, pf. μεταπέφυκα)
1 naître ou croître ensuite, Hpc. 251, 54 ||
2 devenir par un changement, Empéd. 319 Karsten.