μεταφραστικός
μεταφραστικός, paraphrastic
μετα-φραστικός, ή, όν,
- paraphrastic, λόγος Eust. 691.20.
μεταφραστικός, λόγος, umschreibend, erklärend, Eust.
μεταφραστικός, paraphrastic