Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μίνιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μίμνεσκον
μιμνήσκω
μιμνῄσκω
μιμνόντεσσι
μίμνω
μιμόβιος
μιμογράφος
μιμολογέομαι
μιμολογέω
μιμολογία
μιμολόγος
μιμορτοβία
μῖμος
μιμώ
μιμῳδός
μιν
μίν
μίνδαξ
Μίνδαρος
Μίνδιος
μίνδις
Μίνδων
Μινέρουιον
μίνθα
μίνθη
μινθόβαψ
μίνθος
μινθόω
μίνθων
μίνθωνος
μίνιον
Μινούκιος
Μιντοῦρναι
Μιντουρναῖοι
Μιντούρνη
Μιντουρνήσιοι
Μινύαι
Μινυαμάχος
μινυανθής
Μινύας
Μινυάς
Μινύεια
Μινύειος
Μινυεύς
μινύζηον
Μινυήϊος
Μινυήιος
Μινυηΐς
Μινύης
μινύθεσκον
μινυθέω
μινύθημα
μινύθησις
μινυθίζω
μινυθικός
μινύθω
μινυθώδης
Μινύκιος
μίνυνθα
μινυνθάδιος
μινυνθάνω
…
μίνιον
Save
LSJ
μίνιον, τό, a substance similar to
κιννάβαρι,
but distd. from it,
Dsc.
5.94.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}