μινυθώδης
μινυθώδης, weak
μῐνῠθ-ώδης, ες,
- weak, πνεῦμα Hp. Epid. 3.17.γʹ, cf. Mul. 2.133.
μινυθώδης, ης, ες [ῐῠ] petit, faible, Hpc. 648, 3 ; 1098d.
Étym. μινύθω, -ωδης.
μινυθώδης, ες, gering, schwach, Hippocr.; v.l. μινυνθώδης.