About Report a problem

Menu

μινυνθάδιος

μινυνθάδιος, shortlived

μινυνθ-άδιος [ᾰ], α, ον,
  • short-lived, μ. γὰρ ἔμελλεν ἔσσεσθαι Il. 15.612, cf. Od. 19.328; μ. νοῦσος, ὕπνος, A.R. 2.856, 3.690; μαζοί Tryph. 603: Comp. -ώτερος, ἄλγος Il. 22.54.
    • II later, small, μ. γαίης Emp. 85; μινυνθαδία· ἡ σελήνη, Hsch.

Saved

Recent