μακαριωσύνη Save Bailly 2024 Pape μακαριωσύνη, ης (ἡ) [ᾰᾰ] c. μακαριότης, Hdn gr. Epim. p. 232 Boissonade. μακαριωσύνη, ἡ, = μακαριότης, Hdn. epimer. p. 232.