μακαρτός
μᾰκᾰρ-τός, ή, όν,
- = μακαριστός, AP 7.740.5 (Leon.).
μακαρτός, ή, όν [μᾰ] c. μακαριστός, Anth. 7, 740.
μακαρτός, = μάκαρ, oder μακαριστός, Leon.Tar. 69 (VII.740).
μακαρτός
μᾰκαρτός, ή, όν
= μακαριστός, Anth.