μαχλότης Save LSJ Pape μαχλ-ότης, ητος, ἡ, = μαχλοσύνη, EM 594.24, Sch. Lyc. 771. μαχλότης, ητος, ἡ, = μαχλοσύνη, Schol. Lycophr. 771 ; EM. 524.24.