Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεγαλοσύνη
Grieks Nederlands
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεγαλοπώγων
μεγαλόρινος
μεγαλόρραξ
μεγαλορρέκτης
μεγαλορρημονέω
μεγαλορρημονία
μεγαλορρημοσύνη
μεγαλορρήμων
μεγαλόρριζος
μεγαλόρρινος
μεγαλορρώξ
μεγαλόρρωξ
μεγάλος
μεγαλόσαρκος
μεγαλοσθενέτης
μεγαλοσθενής
μεγαλόσθενος
μεγαλόσκιος
μεγαλοσμάραγος
μεγαλοσοφιστής
μεγαλόσπλαγχνος
Μεγαλοσσάκης
μεγαλοστάφυλος
μεγαλόσταχυς
μεγαλοστένακτος
μεγαλόστερνος
μεγαλόστηθος
μεγαλόστομος
μεγαλόστονος
Μεγαλοστράτα
μεγαλοσύνη
μεγαλόσφυκτος
μεγαλόσχημος
μεγαλοσχήμων
μεγαλοσώματος
μεγαλόσωμος
μεγαλότεχνος
μεγαλότης
μεγαλότιμος
μεγαλοτίμως
μεγαλότολμος
μεγαλότοξος
μεγαλοτράχηλος
μεγαλουργέω
μεγαλούργημα
μεγαλουργής
μεγαλουργία
μεγαλουργικός
μεγαλουργός
μεγαλουχία
μεγαλοῦχος
μεγαλοφανής
Μεγαλοφάνης
μεγαλοφαρής
μεγαλοφεγγής
μεγαλόφθαλμος
μεγαλόφιλος
μεγαλόφλεβος
μεγαλόφορτος
μεγαλοφρονέω
μεγαλοφρόνως
…
μεγαλοσύνη
Save
Grieks Nederlands
Pape
μεγαλοσύνη
zie
μεγαλωσύνη.
μεγαλοσύνη
, ἡ, = μέγεθος, Syncell.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}