About
Menu

μερμαίρω

μερμαίρω,
  • = μερμηρίζω, Suid.; μερμέρω, Hsch., Phot.; οἱ ἅπαντα μερμαιρόμενοι, = μεμφόμενοι, Gal. 17(2).189 (s. v. l.).

Saved

Recent