About Report a problem

Menu

μετόπωρον

μετόπωρον, late autumn

μετόπωρ-ον, τό (later μεθόπωρον (q.v.)),
  • = φθινόπωρον, late autumn, Hp. Aër. 6; τοῦ ἔτους πρὸς μετόπωρον ἤδη ὄντος Th. 7.79: coupled with ἔαρ, θέρος, χειμών, Arist. GA 784a19: metaph., τὸ μ. τοῦ κάλλους Philostr. Ep. 51.

Saved

Recent