Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μετριοσύνη
μετριοσύνη, poverty
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μέτρημα
μετρημάτιον
μέτρησις
μετρητέον
μετρητέος
μετρητής
μετρητιαῖος
μετρητικός
μετρητίς
μετρητός
μετριάζω
μετριακός
μετριασμός
μετριάω
μετριεύομαι
μετρικός
μετριολογέομαι
μετριολόγος
μέτριον
μετριοπαγής
μετριοπάθεια
μετριοπαθέω
μετριοπαθής
μετριοπαθῶς
μετριόπλουτος
μετριοποσία
μετριοπότης
μετριοποτίστατος
μέτριος
μετριόσιτος
μετριοσύνη
μετριότης
μετριοφιλής
μετριοφρονέω
μετριοφροσύνη
μετριόφρων
μετριόω
μέτρισμα
μετρίως
μετροειδής
μετρόκροτος
μετρολογία
μέτρον
μετρονόμοι
μετρονόμος
μετροποιέω
μετροποιΐα
μετροσύνθετος
μέττα
μέττον
Μέτων
μετωνυμία
μετωνυμικός
μετωνυμικῶς
μετώνυμος
Μέτωπα
Μετώπα
μετωπαδόν
Μετώπη
μετωπηδόν
μετωπιαῖος
…
μετριοσύνη
Save
μετριοσύνη, poverty
LSJ
μετριοσύνη, ἡ,
poverty,
PMasp.
20
B
14 (vi A. D.), etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}