Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μέτριον
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετοχέτευσις
μετοχετεύω
μετοχή
μετοχικός
μετοχικῶς
μετόχλησις
μετοχλίζω
μετοχμάζω
μέτοχος
μετρέω
μετρήδην
μετρηδόν
μέτρημα
μετρημάτιον
μέτρησις
μετρητέον
μετρητέος
μετρητής
μετρητιαῖος
μετρητικός
μετρητίς
μετρητός
μετριάζω
μετριακός
μετριασμός
μετριάω
μετριεύομαι
μετρικός
μετριολογέομαι
μετριολόγος
μέτριον
μετριοπαγής
μετριοπάθεια
μετριοπαθέω
μετριοπαθής
μετριοπαθῶς
μετριόπλουτος
μετριοποσία
μετριοπότης
μετριοποτίστατος
μέτριος
μετριόσιτος
μετριοσύνη
μετριότης
μετριοφιλής
μετριοφρονέω
μετριοφροσύνη
μετριόφρων
μετριόω
μέτρισμα
μετρίως
μετροειδής
μετρόκροτος
μετρολογία
μέτρον
μετρονόμοι
μετρονόμος
μετροποιέω
μετροποιΐα
μετροσύνθετος
μέττα
…
μέτριον
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
μέτριον,
ου
(
τὸ
)
v.
μέτριος
.
μέτριον -ου, τό
zie
μέτριος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}