μετριοπότης
μετριοπότης, a moderate drinker
μετριο-πότης, ου, ὁ,
- moderate in drinking, X. Ap. 19: Sup. μετριοποτίστατος Poll. 6.20.
μετριο·πότης, ου (ὁ) qui boit modérément, Xén. Ap. 19.
Étym. μέτριος, πίνω.
μετριοπότης, ὁ, ein mäßiger Trinker, mäßig trinkend, Xen. Apol. 19 ; Superl. μετριοποτίστατος, Poll. 6.20.
μετριοπότης
μετριο-πότης, ου, ὁ,
- a moderate drinker, Xen.