μετριασμός
μετριασμός, jesting
μετρι-ασμός, ὁ,
- jesting, κατὰ μετριασμόν in jest, Suid. s.v. ἀκρισία.
μετριασμός, ὁ, die Mäßigung, Mittelmäßigkeit, Suid. v. ἀκρισία.
μετριασμός, jesting