μινύριγμα Save LSJ Bailly 2024 Pape μῐνύρ-ιγμα [ῠ], ατος, τό, some kind of eatable, Philox. 2.28 (pl.). μινύριγμα, ατος (τὸ) [ῐῠ] c. μινύρισμα, Philox. (Ath. 147d). μινύριγμα, τό, = μινύρισμα, Philoxen. com. Ath. IV.147c, scheint verderbt.