μυσταγώγημα Save Bailly 2024 Pape μυσταγώγημα, ατος (τὸ) [ᾰγ] c. le suiv. Eum. 134. Étym. μυσταγωγέω. μυσταγώγημα, τό, Einführung in die Mysterien, Eumath.