Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νεκρώσιμα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νεκρορύκτης
νεκρός
νεκροστολέω
νεκροστόλος
νεκροσυλία
νεκρόσυλος
νεκρόταγος
νεκροταφέω
νεκροτάφη
νεκροταφικός
νεκροταφίς
νεκροτάφος
νεκρότης
νεκροτοκέω
νεκροτόκιον
νεκροφαγέω
νεκροφάγος
νεκροφόνος
νεκροφορεῖον
νεκροφορέω
νεκροφόριον
νεκροφόρος
νεκρόφρων
νεκροφύλαξ
νεκρόχρως
νεκρόψυχος
νεκρόω
νεκρώδης
νέκρωμα
νεκρών
νεκρώσιμα
νεκρώσιμος
νέκρωσις
νεκρωτικός
Νεκτάναβις
νέκταρ
νεκτάρας
νεκτάρεος
νεκτάρθη
νεκτάριον
νεκτάριος
νεκταρίτης
νεκταρίτης οἶνος
νεκταριώδης
νεκταροειδής
νεκταροσταγής
νεκταροῦσιν
νεκταρώδης
νεκύα
νεκυαγωγή
νεκυαγωγός
νεκυάμβατος
νεκυδαίμων
νεκύδαλος
νεκυδόν
νεκυηγός
νεκυηδόν
νεκυηπόλος
νέκυια
νεκυία
νεκυϊκός
…
νεκρώσιμα
Save
LSJ
νεκρ-ώσιμα, τά,
= νεκύσια,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}