νομοφυλάκιον
νομοφυλάκιον, office of the νομοφύλακες
νομοφῠλᾰκ-ιον (νομοφῠλᾰκ-εῖον Suid.), τό,
- office of the νομοφύλακες, Poll. 8.102, Hsch. s.v. Χαρώνιον.
νομοφυλάκιον, τό, Versammlungsort der νομοφύλακες, Poll. 8.102.