Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νοός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νομομαχέω
νομόνδε
νομοποιέω
νομοποιός
νομορήτωρ
νομός
νόμος
νομοσώσων
νομοτριβής
νομοφυλακέω
νομοφυλακία
νομοφυλακικός
νομοφυλάκιον
νομοφυλακίς
νομοφύλαξ
νομώδης
νομῳδός
νομώνης
νόναι
νόννος
Νόννος
νοοβλαβής
νοογάστωρ
νοοειδής
νοόπλαγκτος
νοοπλανής
νοόπληκτος
νοοπλήξ
νοοποιός
νόος
νοός
νοοσφαλής
νοότης
νοόω
νορβά
Νορβανός
νορθακινοί
νορύη
νοσάζω
νοσακερός
νοσαλέος
νόσανσις
νοσαχθής
νοσερός
νοσερότης
νοσερῶς
νόσευμα
νοσεύομαι
νοσεύω
νοσέω
νοσηλεία
νοσήλεια
νοσηλεύω
νοσήλια
νοσηλία
νοσήλιος
νοσηλός
νοσηλῶς
νόσημα
νοσηματικός
νοσηματικῶς
…
νοός
Save
Pape
νοός
, heterokl. gen. sg. von νόος im
NT
u. bei K.S.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}