νομοδότης Save νομοδότης, lawgiver LSJ Bailly 2024 νομο-δότης, ου, ὁ, lawgiver, Sm. Ps. 75(76).12. νομο·δότης, ου (ὁ) qui donne des lois, Symm. Ps. 75, 13. Étym. ν. δίδωμι.