Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Νορβανός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νομός
νόμος
νομοσώσων
νομοτριβής
νομοφυλακέω
νομοφυλακία
νομοφυλακικός
νομοφυλάκιον
νομοφυλακίς
νομοφύλαξ
νομώδης
νομῳδός
νομώνης
νόναι
νόννος
Νόννος
νοοβλαβής
νοογάστωρ
νοοειδής
νοόπλαγκτος
νοοπλανής
νοόπληκτος
νοοπλήξ
νοοποιός
νόος
νοός
νοοσφαλής
νοότης
νοόω
νορβά
Νορβανός
νορθακινοί
νορύη
νοσάζω
νοσακερός
νοσαλέος
νόσανσις
νοσαχθής
νοσερός
νοσερότης
νοσερῶς
νόσευμα
νοσεύομαι
νοσεύω
νοσέω
νοσηλεία
νοσήλεια
νοσηλεύω
νοσήλια
νοσηλία
νοσήλιος
νοσηλός
νοσηλῶς
νόσημα
νοσηματικός
νοσηματικῶς
νοσημάτιον
νοσηματώδης
νοσηματωδῶς
νοσήμη
νοσηρός
…
Νορβανός
Save
Bailly 2024
Νορβανός,
οῦ
(
ὁ
)
=
lat.
Norbanus
,
n. d’h. rom.
Plut.
Syll.
27,
Brut.
38
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}