νομοδιδάσκαλος
νομοδιδάσκαλος, a teacher of the law
νομο-δῐδάσκᾰλος, ὁ,
- teacher of the law, Ev.Luc. 5.17, al.
νομο·διδάσκαλος, ου (ὁ) [ῐκᾰ] c. le préc. NT. Luc. 5, 17 ; Rom. 3, 19.
νομοδιδάσκαλος, ὁ, Gesetzlehrer, NT.
νομοδιδάσκαλος
νομο-δῐδάσκᾰλος, ὁ,
- a teacher of the law, Plut., NTest.