νομοθέσμως Save νομοθέσμως, lawfully LSJ Bailly 2024 νομο-θέσμως, Adv. lawfully, LXX Pr. 31.27(26). νομοθέσμως, adv. c. νομικῶς, Spt. Prov. 29, 45. Étym. ν. θεσμός.