νομοδιδάκτης
νομο-δῐδάκτης, ου, ὁ, = sq. (νομοδιδάσκαλος), Plu. Cat.Ma. 20, Artem. 2.29.
νομο·διδάκτης, ου (ὁ) [ῐ] qui enseigne le droit, Plut. Cato ma. 20.
Étym. ν. διδάσκω.
νομοδιδάκτης, ὁ, = νομοδιδάσκαλος, Plut. Cat. mai. 20.