Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νομοθετικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νομισμάτιον
νομισματοπώλης
νομισματοπωλική
νομισματοπωλικός
νομιστέος
νομιστεύομαι
νομιστεύω
νομιστί
νομιστός
Νομίστρων
νομιτεύομαι
Νομίων
νομοαίολος
νομογραφέω
νομογραφία
νομογραφικός
νομογράφος
νομοδείκτης
νομοδιδάκτης
νομοδιδάσκαλος
νομοδίφας
νομοδότης
νομοθεσία
νομοθέσμως
νομοθετέω
νομοθέτημα
νομοθέτης
νομοθέτησις
νομοθετητέος
νομοθετικός
νομοθετικῶς
νομοθέτις
νομοθήκη
νομοΐστωρ
νομομάθεια
νομομαθής
νομομαχέω
νομόνδε
νομοποιέω
νομοποιός
νομορήτωρ
νομός
νόμος
νομοσώσων
νομοτριβής
νομοφυλακέω
νομοφυλακία
νομοφυλακικός
νομοφυλάκιον
νομοφυλακίς
νομοφύλαξ
νομώδης
νομῳδός
νομώνης
νόναι
νόννος
Νόννος
νοοβλαβής
νοογάστωρ
νοοειδής
νοόπλαγκτος
…
νομοθετικῶς
Save
Bailly 2024
νομοθετικῶς,
adv.
à la façon d’un législateur,
Chrys.
3, 485
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}