Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νοσερότης
νοσερότης, infirmitas
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νομοφύλαξ
νομώδης
νομῳδός
νομώνης
νόναι
νόννος
Νόννος
νοοβλαβής
νοογάστωρ
νοοειδής
νοόπλαγκτος
νοοπλανής
νοόπληκτος
νοοπλήξ
νοοποιός
νόος
νοός
νοοσφαλής
νοότης
νοόω
νορβά
Νορβανός
νορθακινοί
νορύη
νοσάζω
νοσακερός
νοσαλέος
νόσανσις
νοσαχθής
νοσερός
νοσερότης
νοσερῶς
νόσευμα
νοσεύομαι
νοσεύω
νοσέω
νοσηλεία
νοσήλεια
νοσηλεύω
νοσήλια
νοσηλία
νοσήλιος
νοσηλός
νοσηλῶς
νόσημα
νοσηματικός
νοσηματικῶς
νοσημάτιον
νοσηματώδης
νοσηματωδῶς
νοσήμη
νοσηρός
νοσητήριος
νοσηφόρος
νοσίζω
Νόσιος
νοσοβαρής
νοσογνωμονική
νοσογνωμονικός
νοσογνώμων
νοσοεργός
…
νοσερότης
Save
νοσερότης, infirmitas
LSJ
νοσ-ερότης, ητος, ἡ,
infirmitas,
dub. in
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}