νοσήλια Save Bailly 2024 Pape νοσήλια, ων (τὰ) soins qu’on donne à un malade, Opp. H. 1, 301. Étym. νοσηλός. νοσήλια, τά, sc. σιτία, Krankenspeise, Arznei, Opp. Hal. 1.301 ; Suid. erkl. νοσήλεια, φάρμακα τὰ θεραπευτικά.