νυκτηρεφής
νυκτηρεφής, covered by night, murky
νυκτ-ηρεφής, ές,
- covered by night, murky, gloomy, A. Ag. 460 (lyr.).
νυκτ·ηρεφής, ής, ές, caché par la nuit, Eschl. Ag. 460.
Étym. νύξ, ἐρέφω.
νυκτηρεφής, ές, mit Nacht bedeckt, schwarz umhüllt, μένει δʼ ἀκοῦσαί τί μου μέριμνα νυκτηρεφές, Aesch. Ag. 447.
νυκτηρεφής
νυκτ-ηρεφής, ές
ἐρέφω
- covered by night, murky, Aesch.