νυκτηγρετέω
νυκτ-ηγρετέω,
- = νυκτεγερτέω, Them. Or. 21.260b, Aristaenet. 2.13, Sch.B Il. 18.495.
νυκτηγρετέω-ῶ, c. νυκτεγερτέω, Thém. 317.
νυκτηγρετέω, = νυκτεγερτέω, Schol. Il. 18.495, vgl. Lobeck zu Phryn. 701.