νυκτεροειδής Save LSJ Bailly 2024 Pape νυκτερ-οειδής, v.l. for νυκτοειδής, S.E. M. 10.184. νυκτερο·ειδής, ής, ές, c. νυκτοειδής, Sext. M. 10, 184. νυκτεροειδής, ές, = νυκτοειδής, S.Emp. adv.phys. 2.184.