πανάκη Save LSJ Bailly 2024 Pape πᾰν-άκη [ᾰκ], ἡ, = πανάκεια I.2, APl. 16.273 (Crin.). πανάκη, ης (ἡ) [ᾰᾰ] c. πανάκεια. A. Pl. 273. πανάκη, ἡ, = πανάκεια, Crinag. 17 (Plan. 273).