πανάκτειος
πᾰν-άκτειος, ον, in Nic. Th. 626, π. κονίλη, expld. by Sch. either as ἡ ἐπὶ πάσῃ ἀκτῇ φυομένη or as a poet. form of πανάκειος; cf. πάνακτος· ὀρίγανος, Hsch.
πανάκτειος, ος, ον [ᾰν] c. πανάκειος, Nic. Th. 626.
πανάκτειος, = πανάκειος, allheilend, Nic. Th. 626, od. vom πάνακτος.