παιγνιώδης
παιγνιώδης, playful, sportive
παιγν-ιώδης, ες, = foreg., Plu. Ages. 2; τὸ π.
- playfulness, X. HG 2.3.56; τὸ παιγνιωδέστερον Id. Smp. 2.26.
παιγνιώδης, ης, ες, qui se fait par jeu, Xén. Conv. 2, 26 ; Plut. Ages. 2 ; τὸ παιγνιῶδες, Xén. Hell. 2, 3, 56, enjouement ||
Cp. -έστερος, Xén. Conv. 2, 26.
Étym. παίγνιος, -ωδης.
παιγνιώδης, ες, scherzhaft, spielend, spottend, Plut. u. a.Sp.; τὸ παιγνιῶδες, Scherzhaftigkeit, muntere Laune, τοῦ θανάτου παρεστηκότος μήτε τὸ φρόνιμον μήτε τὸ παιγνιῶδες ἀπολιπεῖν ἐκ τῆς ψυχῆς, Xen. Hell. 2.3.56 ; ὑπὸ τοῦ οἴνου ἀναπειθόμενοι πρὸς τὸ παιγνιωδέστερον ἀφιξόμεθα, Conv. 2.26. – Auch adv., Sp., wie Schol. Ar. Plut. 590.
παιγνιώδης
παιγνι-ώδης, ες
εἶδος
- playful, sportive, Plut.: τὸ παιγνιῶδες playfulness, Xen.