παιγνιαγράφος
παιγνιαγράφος, writer of playful poetry
παιγν-ιᾱγράφος [γρᾰ], ὁ,
- writer of playful poetry, Ath. 14.638d.
παιγνια·γράφος, ου (ὁ, ἡ) [ᾰφ] qui écrit ou compose des poésies légères, Ath. 638d.
Étym. παίγνιον, γράφω.
παιγνιαγράφος, [ιᾱ], = παιγνιογράφος, Ath. XIV.638d.