παιδαρίσκος Save LSJ Bailly 2024 Pape παιδᾰρ-ίσκος, ὁ, = παιδάριον, Hld. 5.14. παιδαρίσκος, ου (ὁ) c. le préc. Hld. 5, 14. παιδαρίσκος, ὁ, dim. von παῖς oder παιδάριον, Knabe ; Heliod. 5.14 ; Schol. Ar. Th. 298.