παιᾶνις
παιᾶνις, paean-
παιᾶνις, ιδος, adj. f. du péan, Pd. fr. 139 Bgk.
παιᾱνις f. adj.,
- 1paean- ἐντὶ μὲν χρυσαλακάτου τεκέων Λατοῦς ἀοιδαὶ ὥριαι παιάνιδες (παιανίδες Lobeck) Θρ. 3. 2.