παιδεραστικός
παιδεραστικός, of or for παιδεραστία
παιδεραστ-ικός, ή, όν,
- of or for παιδεραστία, Luc. Dom. 4.
παιδεραστικός, ή, όν, qui concerne l’amour pour les jeunes garçons, Luc. Dom. 4.
Étym. παιδεραστής.
παιδεραστικός, ή, όν, die Knabenliebe betreffend, τὰ παιδεραστικὰ συνεισόμεναι, Luc. dom. 4.