Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παλινδρομητέον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παλιμπώλης
παλίμπωλος
παλίμφαμος
παλίμφημος
παλίμφοιτος
παλίμφρων
παλιμφυής
παλίμψηκτρον
παλίμψηστος
παλίμψυχος
πάλιν
παλινάγγελος
παλινάγρετος
παλιναίρετος
παλιναυξής
παλιναυτόμολος
παλινγενεσία
παλινδαής
παλινδικέω
παλινδικία
παλίνδικος
παλινδίνητος
παλινδινία
παλινδίωκτος
παλινδίωξις
παλινδορία
παλινδρομέω
παλινδρομή
παλινδρομής
παλινδρόμησις
παλινδρομητέον
παλινδρομία
παλινδρομικός
παλίνδρομος
παλινδωμήτωρ
παλίνεδρος
παλινεκχυμενίτας
παλινέμπορος
παλινζωΐα
παλίνζωος
παλίνη
παλινηνεμία
παλινίδρυσις
παλινλιθηγία
παλίννοσος
παλιννοστέω
παλίννοστος
παλινοδέομαι
παλινοδέω
παλινοδία
παλινοιωνία
παλινοιωνίαι
παλίνοπτα
παλίνοπτος
παλινόρμενος
παλινόρμητος
παλίνορος
παλίνορρος
παλίνορσος
παλίνορτος
παλινοστέω
…
παλινδρομητέον
Save
Bailly 2024
παλινδρομητέον
[
ᾰ
]
vb. de
παλινδρομέω,
Clém.
268
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}