παλινδρομικός
παλινδρομικός, recurring
πᾰλινδρομ-ικός, ή, όν,
- recurring, of the tide, κίνησις Str. 1.3.8.
παλινδρομικός, ή, όν [ᾰ] qui a tendance à revenir en arrière, Str. 53.
Étym. παλίνδρομος.
παλινδρομικός, ή, όν, wieder zurücklaufend, κίνησις, Strab. I., 53.
παλινδρομικός
πᾰλινδρομικός, ή, όν
- recurring, of the tide, Strab.