Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παλίνορος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παλινδρομέω
παλινδρομή
παλινδρομής
παλινδρόμησις
παλινδρομητέον
παλινδρομία
παλινδρομικός
παλίνδρομος
παλινδωμήτωρ
παλίνεδρος
παλινεκχυμενίτας
παλινέμπορος
παλινζωΐα
παλίνζωος
παλίνη
παλινηνεμία
παλινίδρυσις
παλινλιθηγία
παλίννοσος
παλιννοστέω
παλίννοστος
παλινοδέομαι
παλινοδέω
παλινοδία
παλινοιωνία
παλινοιωνίαι
παλίνοπτα
παλίνοπτος
παλινόρμενος
παλινόρμητος
παλίνορος
παλίνορρος
παλίνορσος
παλίνορτος
παλινοστέω
παλινόστιμος
παλίνοστος
παλίνουρος
Παλίνουρος
παλίνπιττα
παλινπροδοσία
παλινρύμη
παλινσάγης
παλίνσκιος
παλινσκοπιά
παλίνσοος
παλινστατέω
παλινστομέω
παλινστραφής
παλίνστρεπτος
παλινστρόβητος
παλίνστροφος
παλινσύλλεκτος
παλίντιτος
παλιντοκία
παλίντοκος
παλίντονος
παλιντραπελία
παλιντράπελος
παλιντριβής
παλίντριψ
…
παλίνορος
Save
Pape
παλίνορος
, statt παλίνορσος,
f.l.
bei Ar.
Ach
. 1179, wo jetzt παλίνωρος steht.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}