παλινόρμητος Save LSJ Pape πᾰλῐν-όρμητος, ον, (ὁρμάω) = παλίνορσος, Sch. Ar. Ach. 1178, Sch. S. OT 193. παλινόρμητος, VLL u. Schol. Erkl. zu παλινόρμενος.