πανάξιος
πανάξιος, all-worthy
πᾰν-άξιος, ον,
- all-worthy, Opp. C. 3.408.
παν·άξιος, ος, ον [ᾰν] tout à fait digne, Opp. C. 3, 408.
Étym. π. ἄξιος.
πανάξιος, ganz würdig, Opp. Cyn. 3.407.
πανάξιος, all-worthy