Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παράτομος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρατετραμμένως
παρατεχνάομαι
παρατεχνολογέω
παρατηρέω
παρατήρημα
παρατηρήσιμος
παρατήρησις
παρατηρητέον
παρατηρητής
παρατηρητικός
παρατηρητικῶς
παρατίθημι
παρατίλλω
παρατιλμός
παράτιλσις
παρατιλτέον
παράτιλτος
παρατίλτρια
παρατιμασία
παρατιμάω
παράτιμον
παράτιτλον
παρατιτρώσκω
παρατμήγω
παρατμίζω
παρατολμάω
παράτολμος
παρατόλμως
παρατομή
παράτομον
παράτομος
παράτονος
παρατόξευσις
παράτοπος
παρατούριον
παρατραγεῖν
παρατραγικεύομαι
παρατραγῳδέω
παρατράγῳδος
παρατραυλίζω
παρατράχηλος
παρατραχύνω
παρατρέπω
παρατρέφω
παρατρέχω
παρατρέω
παράτρημα
παράτρητος
παρατριβή
παράτριβος
παρατρίβω
παράτριμμα
παρατριπτέον
παράτριψις
παρατροπέω
παρατροπή
παρατροπικός
παράτροπος
παράτροφος
παρατροχάζω
παρατροχάω
…
παράτομος
Save
LSJ
παράτομος, ον, dub. sens. of rugs,
PCair.Zen.
48 (iii B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}