παρατιτρώσκω
παρατιτρώσκω, wound besides
παρατιτρώσκω,
- wound besides: metaph., do violence to, τὴν ἀλήθειαν Men.Prot. p.116 D.; violate, νόμον Lyd. Mag. 1.41.
παρατιτρώσκω, = τιτρώσκω, Sp.