παρατραγικεύομαι
παρατραγικεύομαι, burlesque tragedy
παρατρᾰγῐκεύομαι,
- burlesque tragedy, Sch. Ar. V. 1473.
παρατραγικεύομαι, = παρατραγῳδέω, Schol. Ar. Vesp. 1473.
παρατραγικεύομαι, burlesque tragedy