παρατροπέω
παρατροπέω, leading
παρα-τροπέω,
- = παρατρέπω, τί με ταῦτα παρατροπέων ἀγορεύεις; why tell me this, trying to lead me astray, to mislead me? Od. 4.4.65, cf. A.R. 3.946.
παρα·τροπέω (seul. part. prés.) chercher à tromper par des discours, Od. 4, 465 ; A. Rh. 3, 946 ; Nonn. Jo. 16, 29.
Étym. παράτροπος.
παρατροπέω, = παρατρέπω ; οἶσθα γέρων, τί με ταῦτα παρατροπέων ἐρεείνεις ; Od. 4.465, von dem Rechten abwendend, täuschend, Hesych. erkl. παραλογιζόμενος. Bei Ap.Rh. 3.946, λίσσεό μιν πυκινοῖσι παρατροπέων ἐπέεσσιν, = abwendend, wie παραπείθων.
παρατροπέω
[παρα- 4.]
To turn away from the point, put off : παρατροπέων με Od. 4.465.
παρατροπέω (=παρατρεπω) met., mislead, Od. 4.465†.
παρατροπέω
= παρατρέπω
- τί με ταῦτα παρατροπέων ἀγορεύεις; why tell me this, leading me astray? Od.