παρατριπτέον
παρατριπτέον, one must rub
παρα-τριπτέον,
- one must rub, τὰ περὶ τὸ στόμα τρυγὶ οἴνου Gp. 16.4.4.
παρατριπτέον, vb. de παρατρίβω, Geop. 16, 4, 4.
παρατριπτέον, one must rub